Συμπαντική Σκηνή
November 14, 2016

Δραση – Αντιδραση – Αποτελεσμα

pneumatiki_dektikotitaΌταν η τέχνη αποσπάται από τον διακοσμητικό και καθαρά αισθητικό της ρόλο, όταν αποκτά μια διάσταση πνευματική κι ο καλλιτέχνης επενδύει την ίδια του την ψυχή, τότε ακόμη και η απλή περιγραφή της μοιάζει λαβυρινθώδης και πολύπλοκη. Ακόμη περισσότερο, η ανάλυση και η ερμηνεία της. Το απλό εγχείρημα φαντάζει τότε δύσκολο να μπει σε όρια και να κατηγοριοποιηθεί, με στόχο βέβαια την κατανόηση. Γιατί η κατανόηση δεν αφορά μόνο στο σχήμα, το σχέδιο και το χρώμα, αλλά σε κάτι παραπάνω από αυτά. Σε κάτι που ανάγεται στη σφαίρα του πνεύματος και της ιδεολογικής σύλληψης.

Είναι δυνατό να συνδεθούν το σχήμα στην πέτρα με το εμπνευσμένο από τις Ινδίες σχέδιο? Εάν κάποιος γνωρίζει καλά από σχέδιο, χρώμα, ύλη, πνεύμα και απλή φυσική, τότε είναι. Όσο περίπλοκο κι αν ακούγεται κάτι ανάλογο, η ενέργεια των υλικών, το σχήμα του υποστρώματος και η χρωματική σύλληψη μιας εικόνας, συνδέονται με τη σκέψη και το πνεύμα. Ταυτόχρονα, η φυσική ενέργεια που ποτέ δεν χάνεται αλλά μεταλλάσσεται, χρησιμοποιείται ως έργο από τον καλλιτέχνη, πολύ απλά για να αναπαραστήσει την πνευματική του σύλληψη. Υπεραπλουστευμένη,  είναι περίπου η διαδικασία που ακολούθησε η Σύνη Αναστασιάδη. Μια Δράση προκάλεσε τη δημιουργία των έργων: Αντίδραση. Το Αποτέλεσμα είναι τα ίδια τα έργα.

Όλο το εγχείρημα ξεκίνησε από την παρότρυνση αναπαράστασης των Αγίων της Ορθοδοξίας. Οπτικά, το εξαγόμενο προϊόν μοιάζει να απέχει πολύ από τον αρχικό στόχο. Ας αναλογιστούμε, όσο αιρετικό κι αν θεωρηθεί κάτι ανάλογο, τι είναι ένας Άγιος, ποια η υπόστασή του και αυτά πέρα από τα στενά όρια της όποιας θρησκείας και του όποιου λαού. Αν επιπλέον κρατηθούμε μακρυά από τα εικονογραφικά δεδομένα ή άλλα στερεότυπα που μας έχουν δημιουργηθεί, τότε ίσως μπορέσουμε να προσεγγίσουμε λίγο καλύτερα την παρούσα δουλειά της. Κι αυτό γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το οπτικό αποτέλεσμα απέχει μορφολογικά από ότι μας είναι γνωστό και οικείο.

Το πιο γνώριμο κομμάτι του έργου της είναι το σχέδιο. Σχέδιο που, αυτή τη φορά, η Σύνη Αναστασιάδη έχει εμπνευστεί από την Ινδία. Χώρα μακρινή και για πολλούς εξωτική. Χώρα στην οποία ο διαλογισμός, το πνεύμα και η σχέση αιτίας και αιτιατού (Κάρμα), έχουν μια ξεχωριστή θέση. Εκεί όπου επιχειρήθηκε να καταργηθεί ο ανθρώπινος πόνος, εντοπίζοντας και ακυρώνοντας τις αιτίες του. Κάπου εδώ θα ξαναθυμηθούμε τη φυσική και την ενέργεια. Αν όντως δεν χάνεται παρά μόνο αλλάζει μορφές, τότε η ενέργεια κάθε ζωντανού οργανισμού μεταβάλλεται σε κάτι άυλο. Κάποιοι λαοί αυτό το ονομάζουν πνεύμα, κάποιοι άλλοι ψυχή, κ.ο.κ. Η μετατροπή της ενέργειας-ψυχής και η μετουσίωσή της για πολλούς οδηγεί σε κάτι ανώτερο: ανώτερη ψυχή, ή άλλο υπέρτατο ον. Θα μπορούσε ίσως αυτό, να θεωρηθεί χαρακτηριστικό της Αγιοσύνης σε κάθε θρησκεία.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο που μια δουλειά που ξεκίνησε από την αναπαράσταση Αγίων της Ορθοδοξίας, συνδέθηκε στην πορεία με σχέδια του ευρύτερου Ινδικού πολιτισμού. Δεν είναι συμπτωματικό που η σύνδεση γίνεται με έναν λαό, στη θρησκεία του οποίου οι «Άγιοι» θεωρούνται φωτισμένοι άνθρωποι που μεσολαβούν μεταξύ ύψιστου όντος και ανθρώπων. Με «πιστεύω» τόσο μακρινά και ταυτόχρονα με τόσες ομοιότητες με τα δικά μας. Κι αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει και να συμφιλιώσει, αυτό το κάτι είναι σίγουρα η τέχνη.

Κι όταν η ενέργεια-ψυχή που δεν χάνεται, παίρνει μορφή, μοιάζει αερικό. Σαν φιγούρα που ίπταται πάνω από κάθε τι στέρεο, όπως τα Μποτισάτβα αιωρούνται στους αιθέρες για ν’ ακούσουν τις ικεσίες των ανθρώπων και να τις διαβιβάσουν. Η κίνηση, η διαδρομή, παίρνει όψη και χρώμα. Το χρώμα πηγάζει από την ψυχή της Σύνης Αναστασιάδη. Άλλοτε έντονο όπως τα χρώματα των Ινδικών σχεδίων και υφασμάτων. Κι άλλοτε παλ, πιο κοντά στις τοιχογραφίες που ξεθώριασαν από το χρόνο. Το ίδιο και με τα πρόσωπα. Τα χαρακτηριστικά συνήθως είναι αόριστα και συγκεχυμένα, σαν να πρόκειται για οπτασίες και οράματα. Ή σαν να πρόκειται για ψυχές αγκαλιασμένες που δεν μπορούν ν’ αποχωριστούν η μια την άλλη. Πρόσωπα χωρίς ταυτότητα με τα οποία ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί. Κι άλλες φορές πάλι, με χαρακτηριστικά πιο συγκεκριμένα λες και η οπτασία να προσπαθεί ν’ αποκτήσει σάρκα και οστά. Και σαν να πρόκειται να παίξει μαζί μας.

Στην απόδοση και αισθητική έκφραση όλων των παραπάνω, συντελεί καίρια και αποφασιστικά το γεγονός ότι η ζωγράφος έχει ήδη διαμορφώσει το καλλιτεχνικό της ύφος. Και μάλιστα, με ένα είδος απόδοσης της φιγούρας ως οργανική ύπαρξη και ως πλάσμα που συνδέεται με τον άνθρωπο, όντας όμως διαφορετικό και αιωρούμενο σε άλλο επίπεδο.

Αυτό το αιθέριο ύφος συγκρατείται από ένα δίκτυο (ή δίκτυ;) γραμμών και έντονων περιγραμμάτων. Συχνά αυτό λειτουργεί κυριολεκτικά σαν ένα «δίκτυ ασφαλείας» που συγκρατεί το έργο και το στερεώνει σε ένα σταθερό επίπεδο. Η ίδια αίσθηση μας δημιουργείται και στο σχέδιο πάνω σε πέτρα. Συχνά, αν αφαιρέσουμε νοητά τις έντονες γραμμές και τα περιγράμματα, η κύρια εικόνα μοιάζει να φεύγει. Δεν είναι το βάρος του υλικού υποστρώματος που τη συγκρατεί αλλά η ευρηματικότητα του ίδιου του σχεδιασμού.

Οδηγούμαστε με τον τρόπο αυτό στο συμπέρασμα ότι τελικά η σύζευξη σχεδίου σε χαρτί και σχεδίου σε πέτρα δεν είναι διόλου απροσδόκητη.  Σε τούτο προσθέτουμε και το γεγονός πως τα πρώτα σχέδια του ανθρώπου αποτυπώθηκαν πάνω σε βράχια και πέτρες. Ένα παιδί επιχειρεί τουλάχιστον μια φορά να ζωγραφίσει πάνω σε πέτρα. Είναι λοιπόν ένα είδος ανάγκης ή μνήμης;

Σημαντικό ρόλο, παίζει σαφώς ο συμβολισμός του υλικού από τους πρώτους ακόμη πολιτισμούς. Το άφθαρτο της πέτρας συνδέεται συχνά με την αθανασία της ψυχής. Και πάντοτε αντικατέστησε στις κατασκευές ναών το ξύλο. Ακόμη και τα λατρευτικά ξόανα αντικαταστάθηκαν με μαρμάρινα ή γρανιτένια ή από βασάλτη, ή άλλο πέτρωμα. Βρισκόμαστε πάλι σε συνάρτηση με την αθανασία της ψυχής, ένα είδος  αγιότητας, αλλά και με το στέρεο δεσμό της με την ύλη.

Εντούτοις, δεν είναι προφανές ούτε αναμενόμενο, για έναν καλλιτέχνη να σχεδιάσει πάνω σε πέτρα όταν θέλει να δώσει σχήμα και μορφή σε κάτι πνευματικό. Επίπονο συχνά, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Σύνης Αναστασιάδη που προτίμησε να κρατήσει, ως επί το πλείστον,  το φυσικό σχήμα της πέτρας, χωρίς να την σμιλέψει ή να επιβάλει στη φύση ξένες φόρμες. Στις ελάχιστες φορές που επεξεργάστηκε το πέτρωμά της, η καλλιτέχνις, μετάλλαξε και τη χρήση. Πρόσθεσε μεταλλικούς μηχανισμούς δίνοντας κίνηση σ’ ένα υλικό που από τη φύση του είναι δύσκολο έως αδύνατο να κινηθεί. Η μεσολάβηση εξαρτημάτων περιέλιξης, λειτουργεί ως αρμός δύο κομματιών πέτρας και ως μέσο κίνησης. Η κίνηση αυτή όμως είναι επαναλαμβανόμενη. Όπως η επανάληψη είναι ένας τρόπος απόκτησης γνώσης. Άρα ένας τρόπος εξάσκησης του πνεύματος. Από το τέχνασμα αυτό της σύνδεσης κομματιών πέτρας με μηχανισμούς επαναλαμβανόμενης κίνησης, η ζωγράφος αποδίδει εκτός των άλλων τη συνεχή ροή ενέργειας, ύλης, γνώσης.

Συνεπώς, διόλου αναπάντεχη δεν είναι η απεικόνιση του Αγ. Συμεών Στυλίτη με αυτήν τη σύνθεση υλικών. Ο ερημίτης Άγιος της Χριστιανοσύνης, απομονώθηκε πάνω στο αρχέγονο φαλλικό σύμβολο ενός στύλου. Σύμβολο επίσης και του Σίβα ο στύλος, που στο ινδικό πάνθεον είναι τόσο ζωογόνος, όσο και καταστροφικός. Ενώ στη λεκάνη της Μεσογείου, χρησιμοποιήθηκε ως η απλουστευμένη μορφή της θεότητας-γητεύτρας των ζώων. Ταυτόχρονα, μας δείχνει πως μια απλή σύνθεση υλικών και συμβόλων, μπορεί στα χέρια ενός καλλιτέχνη να συναρθρώσει λαούς, εποχές και θρησκείες.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφερθώ λίγο πιο συγκεκριμένα σε δύο έργα. Στα δύο «τριγωνικά» έργα. Εάν όλη η δουλειά που προβάλλεται στην παρούσα έκθεση αποσκοπεί στη συνένωση της ύλης με το πνεύμα, τότε η επιλογή του σχήματος, για άλλη μια φορά, δεν είναι διόλου τυχαία. Είναι το σχήμα με το οποίο αποδίδεται η ανύψωση και η ανοδική πορεία, από την εποχή των πυραμίδων ακόμη. Δια μέσου αυτού αντανακλάται συχνά η πνευματική διαύγεια. Το φόντο και στις δύο περιπτώσεις αναφέρεται σε πολύτιμα υλικά: χρυσό κι ασήμι. Ενώ οι μορφές, λιγότερο ή περισσότερες σύνθετες, αναδύονται σε χρώματα γήινα ή έντονο κόκκινο.

Εάν το χρώμα που χρησιμοποιήθηκε από τη ζωγράφο πάνω στην πέτρα είναι πιο έντονο, ένας λόγος είναι γιατί το απαιτεί το ίδιο το υλικό. Για λόγους πρακτικούς αφού το χρώμα του υποστρώματος είναι αρκετά πιο σκούρο από εκείνο του χαρτιού. Για λόγους συμβολικούς επίσης.

Απαντάμε συχνότερα το κόκκινο χρώμα αρκετά έντονο. Ως θερμό χρώμα, «ζεσταίνει» το κρύο υλικό και το καθιστά πιο οικείο στον θεατή.  Είναι το χρώμα που συνδέεται ταυτόχρονα με την ύλη και το άυλο. Με την ύλη, ως το χρώμα του αίματος, άρα του κινδύνου αλλά και της ίδιας της ζωής. Με το άυλο, υπό την έννοια του συναισθήματος της αγάπης. Όμως είναι και το χρώμα της φωτιάς που καίει και καταστρέφει, που φωτίζει (σώμα και πνεύμα) και αναγεννά.

Με την ύλη μας ενώνουν οι αποχρώσεις του καφέ και της χρυσαφένιας ώχρας. Κι αν το καφέ αναφέρεται στη γη (χώμα) και στην σταθερότητα, ας θυμηθούμε το χρυσό φόντο της Βυζαντινής τέχνης και τον συμβολισμό του. Δεν δίνει απλά μια υπερβατική διάσταση στο χώρο. Προσίδει την έννοια του άφθαρτου, του αιώνιου και του θεϊκού. Από την αρχαιότητα άλλωστε ταυτίστηκε με το χρώμα του ήλιου και το ίδιο το φως, το πραγματικό και της γνώσης.

Το λίγο γαλάζιο ή μπλε που συναντάμε δεν χρησιμοποιείται τόσο για να απομακρύνει από τον θεατή τα επιλεγμένα σημεία. Χρησιμοποιείται μάλλον, για να ξεκουράσει και να ηρεμήσει το μάτι και την ψυχή. Σαν να προσκαλεί για ένα μικρό διάλλειμα από την ένταση της πνευματικής εγρήγορσης που απαιτεί η κατανόηση του έργου της καλλιτέχνιδας.

Εντούτοις, η πρόθεση της ζωγράφου δεν είναι να δυσκολέψει ή να καταπονήσει τον θεατή του έργου της. Επιθυμία της είναι να μοιραστεί τις ανησυχίες της, και τα ερωτηματικά της μαζί μας, μέσα από την αισθητική της τέχνης.

Αν για τον καλλιτέχνη είναι επίπονο να επιχειρήσει να δώσει την αναπαράσταση της σύζευξης των δοξασιών του κάθε λαού κι εκείνη της ψυχής με την ύλη, τότε για τους υπόλοιπους κάθε απόπειρα ερμηνείας είναι γρίφος και άσκηση. Νομίζω πως η Σύνη Αναστασιάδη δεν αποβλέπει να μας δώσει την αισθητική μόνο άποψή των «πιστεύω» της. Θεωρώ ότι έννοια της είναι κυρίως να μας κάνει πνευματικούς κοινωνούς ενός άλλου κόσμου. Ενός κόσμου ανάλαφρου, απαλλαγμένου από υλικούς περιορισμούς, ήρεμο και γαλήνιο. Αν και η δουλειά απαιτεί πόνο και κόπο, ως τελικοί αποδέκτες, ασχέτως από το αν κατανοούμε ή όχι το έργο της κι από τη μορφολογία των σχεδίων της και μόνο, προσλαμβάνουμε γαλήνη και ηρεμία.

Κι έτσι, η Δράση-Αντίδραση-Αποτέλεσμα, ως αιτία-αιτιατό-πεπρωμένο, ή ως κάρμα-ειμαρμένη, εμπλέκονται, συγχωνεύονται, αντιτίθενται, σ’ ένα συνονθύλευμα υλικών και εννοιών, ώστε σημειολογικά ερμηνευμένα και δια μέσου της τέχνης, να ενώσουν λαούς, εποχές, θρησκείες.

Κική Χριστοδούλου

Ιστορικός Τέχνης – Μουσειολόγος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *