Αρχικη Κριτικες - Αφιερωματα Συνεντεύξεις Συνέντευξη στον Άρη Σκιαδόπουλο

Συνέντευξη στον Άρη Σκιαδόπουλο

E-mail Εκτύπωση

“Εκφράζω την ψυχή μου στο καναβάτσο”

Σε κοιτάει μ’ έναν τρόπο που δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα επακολουθήσει. Όλα να τα περιμένεις απ’ αυτή την κυρία. Από το χαμόγελο ως την πλήρη αυταρέσκεια. Τίποτα στο πρόσωπό της δεν προδίδει την αντίδρασή της. Ίδια όπως οι ακέφαλες και παραμορφωμένες γυναίκες που ζωγραφίζει στο πορφυρούν και ιώδες. Όπως ο Bacon που με την παραμόρφωση ανέδειξε το τραγικό της ανθρώπινης μοίρας. Αυτή την αντιστοιχία υπογραμμίζει ιδιαίτερα ο καθηγητής Θανάσης Τζούλης ανάμεσα στη Σύνη Αναστασιάδη και στο μεγάλο ζωγράφο του αιώνα.



Η Σύνη ζει, πάσχει και τα πάθη της κάνει όραμα στο οποίο δίνει χρώμα και γραμμή, πάνω στην Αλεξανδρούπολη. Δεν είναι κοντά στις μεγάλες πόρτες της πρωτεύουσας, πέρα από κάποιες μετρημένες εκθέσεις της στην γκαλερί “Ζυγός”. Επέλεξε, που λες, να ζήσει στην πατρίδα της. Η ζωή της;
“…αισθάνομαι πως τα όμορφα παιδικά χρόνια μέσα σ’ ένα περιβάλλον οικογενειακό, γεμάτο ευαισθησία και αγάπη, η μορφή του φιλότεχνου και περήφανου παππού, ο έρωτας, η αγάπη για πρόσωπα και πράγματα, ο πόνος για το χαμό αγαπημένων προσώπων, ο σύντροφος της ζωής μου πηγή έμπνευσης, η πίστη του ποιητή στην τέχνη μου, η αγωνία για την ύπαρξη, η αμφισβήτηση, η ανασφάλεια, η πτώση και η ανάταση, αποτυπώθηκαν στο έργο μου με τη βοήθεια της γραφής και των χρωμάτων μου. Εκεί ο πόνος, εκεί η ευαισθησία, εκεί ο παππούς μου με την κάθετη ρυτίδα, εκεί οι ρίζες μου κάπου στον Πόντο. Δεν ξέρω να μιλάω τόσο καλά κι αποφεύγω να μιλάω πολύ. Ζωγραφίζω όμως πολύ, μόνο δεν μπορώ να πω ότι ζωγραφίζω καλά. Άλλοι μπορούν να το πουν. Κείνο που εγώ λέω είναι ότι: Ότι μπορώ να εκφράσω, το εκφράζω στο καναβάτσο”.
Το κόκκινο και το ιώδες είναι οι αποχρώσεις που επικρατούν. Κι εκείνες,  μοναχικές γυναικείες φιγούρες, εκτοπλάσματα, που λες και ήρθαν να σε βρουν να σου θυμίσουν κάτι που είχες κι έχασες ή να αναβιώσουν τις ενοχές σου είτε ακόμα να σου θυμίσουν το χρέος στη μήτρα που το γένος οφείλει την ύπαρξη. Η γυναίκα:
“…πολύπλοκη, ανεξερεύνητη, πολλά τα θετικά της και τα αρνητικά της. Της εύχομαι να μη στραγγαλιστεί ποτέ ο ερωτισμός της, η υπερηφάνεια και η δύναμη της ψυχής της. Το μοναδικό ίσως ον που η αδυναμία του είναι η δύναμή του. Η Κασσιανή, η Θεοδώρα, η Ασπασία, η Παναγία, η Γκόλφω, η Σουλιώτισα. Τόσες πολλές και καθεμία χωριστά”.
Κάτι λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αλεξανδρούπολη είναι το σπίτι και το εργαστήρι της. Στο χωριό Παλαγία που δημιουργήθηκε από Πόντιους πρόσφυγες το 1922. Εκεί κάθεται και δουλεύει τα βράδια. Με το φως των κεριών. Μέσα στη νύχτα οι μορφές και τα τοπία αποκτούν μια σουρεαλιστική διάσταση και το άρωμά τους είναι ανόθευτο. Το σκοτάδι θωρακίζει την αυθεντικότητα της εικόνας. Η τέχνη της;
“ Για να μπορέσω να ερμηνεύσω τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου προσπάθησα να διαλύσω το σχήμα (φόρμα) να υλοποιήσω το χρώμα, να δουλέψω κεραμική και μεταξοτυπία για να φθάσω σ’ ένα σημείο που να με απομακρύνει τελείως από τη ζωγραφική φτάνοντας σε μια διακόσμηση. Από το σημείο αυτό σαν απόλυτη αφαίρεση ξεκίνησα την αναδόμηση του σχήματος σαν σημείο αναφοράς στα πρωτόγονα συναισθήματα που με το πέρας του χρόνου καλλιεργήθηκαν και αναπτύχθηκαν φτάνοντας σήμερα ο κάθε άνθρωπος να είναι μία άβυσσος συναισθημάτων που προσεγγίζουν τη μεταφυσική πνευματική ύπαρξη. Αυτή την αναρρίχηση (αναδόμηση) με καινούργια έργα στην πλαστική”. Το πορφυρούν και το ιώδες, οι “Πόρτες” που παραπέμπουν σε βυζαντινά παρεκλήσια, ένα άρωμα βυζαντινής δοξολογίας, μια πατρίδα από τον Ομηρο μέχρι τον Ρωμανό τον Μελωδό κι από την Ακρόπολη ως την Αγιά Σοφιά. Μια μικρή πατρίδα που κατοικούμε και μια μεγάλη πατρίδα εντός μας που δεν έχει όρια. Η πατρίδα της…
…όταν η αντανάκλαση από το πνεύμα της Αρχαίας Ελλάδας, από το Βυζάντιο, από την επαναστατικότητα, από το ασυμβίβαστο και από τις πραγματικά βαθιές δημοκρατικές ρίζες γίνεται ορατή από το σύγχρονο Έλληνα, νιώθω ότι έχω πατρίδα”. Δεν κατακλύζεται η επαρχία από σκουπίδια τόσο όσο η πρωτεύουσα.

Αξίες

Είναι δύσκολο πεδίο αναμέτρησης η Αλεξανδρούπολη και η κάθε Αλεξανδρούπολη. Οι αξίες ιεραρχούνται και φιλτράρονται από καταλύτες που δε σηκώνουν δεύτερη κουβέντα. Εκεί οι άξιοι είναι συνήθως στο βήμα και οι ανάξιοι ακολουθούν. Εδώ αλλάζουν και τα “θέλω”. Δεν υπαγορεύονται από εφήμερους τελάληδες. Διαμορφώνονται με τον καιρό κάτω από άλλους κανόνες. Πιο  στέρεους  στο χρόνο. Τα “ θέλω” της…
“…τα θέλω μου; Τη γη μια ήπειρο ενωμένη, αστείρευτη την πηγή της δημιουργίας και να μπορώ να συγκεντρώσω τους φίλους μου στο χώρο ( που με αγάπη έφτιαξα γιαυτούς και για την Τέχνη) να συζητούν πίνοντας καλό κρασί”.
Η Αθήνα γι΄ αρκετούς απ΄ αυτούς που ζουν μακριά της, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της…
“…έχοντας τη μεγάλη τύχη να ζω μακριά της παραμένει για μένα  μια πόλη που αγκαλιάζει την Τέχνη και τον πολιτισμό. Πάντα όταν την επισκέπτομαι για να δω κάποια θεατρική παράσταση, ν΄ ακούσω μια συναυλία, να επισκεφθώ μια έκθεση εικαστικών ή να εκθέσω τη δική μου δουλειά, να συναντηθώ και να μιλήσω με φίλους, νιώθω πως κάνω υπέροχες διακοπές γιατί η συναισθηματική κάλυψη που νιώθω με ικανοποιεί απόλυτα”.
Είναι ένας στρατώνας δίπλα από το σπίτι και το ατελιέ της. Συνηθισμένη φιγούρα ο φαντάρος εδώ πάνω στα σύνορα. Όμορφος έτσι όπως τον απεικόνισε ο Τσαρούχης. Κι άλλο να νιώθεις πως κάπου γύρω σου είναι ο Στρατός, άλλο να τον έχεις κολλητά στην πόρτα σου με το εγερτήριο να ξυπνάς με την υποστολή και το ησυχαστήριο να μελαγχολείς καθώς δεν σου φτάνει η μελαγχολία του δειλινού είναι ανάγκη και να στην υπογραμμίζουν; Ο Στρατός δίπλα από το σπίτι της…
“… Ο Στρατός ε; Δεν αντέχω κάποια πράγματα όπως: τα πουλιά στα κλουβιά, τους ανθρώπους σε κατ΄οίκον περιορισμό, το στρατόπεδο δίπλα μου”.
Ευτυχώς υπάρχει εκείνος ο μπαχτσές. Απλά πράγματα. Το μαρουλάκι, η τομάτα, το αγγούρι, αυτή η μυρουδιά της ποτισμένης γης κι εκείνη η λαχτάρα να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πως βγήκαν τρεις μελιτζάνες και δέκα τομάτες και τρεις πιπεριές που εσύ τις φύτεψες. Μια μικρή δημιουργία που σου φτιάχνει τη μέρα και που λες ότι και να γίνει εγώ θα ΄χω τον μπαχτσέ μου. Ο μπαχτσές της…
“…ο μπαχτσές είναι η αγάπη της μητέρας μου. Εγώ λατρεύω το δασάκι με τις βαλανιδιές, τα άγρια πουρνάρια, γιατί είναι ένα δείγμα άγριου δάσους που βρίσκεται μπροστά στο παράθυρό μου και φιλοξενεί πολλές οικογένειες πουλιών. Η φύση σ΄όλο το κτήμα των πέντε στρεμμάτων είναι σχεδόν άγρια”.
Από εδώ, από την Παλαγία, άρχισε, και κάθε που τελείωνε έναν κύκλο δουλκείας ερχόταν η έκθεση λες και ήταν η γενέθλιος μέρα. Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Βαλένθια, Βιέννη, Λουξεμβούργο, Βερολίνο κι ύστερα πάλι πίσω εδώ στην Παλαγία με τον Παναγιώτη και τους φίλους, τον Κώστα, τη Ρίτσα και την Έφη. Μέχρι πού ονειρεύεται να φτάσει;
“…ώσπου να φτάσω θα περάσω κι άλλες νύχτες με εφιάλτες και ένταση. Θα καρφώσω πολλές φορές ώρες ατέλειωτες τα μάτια σ΄ έναν τοίχο. Θα γελάσω παρέα με τους φίλους μου και θα οραματίζομαι...¨


blog comments powered by Disqus
 

μεταφραση


Share/Save/Bookmark